Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζεχίρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζεχίρ' Προφορά: ζεχίρ
  1. φαρμάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη zehir

    Παράδειγμα:
    Εγέντον πικρόν ζεχίρ'. (συνήθως συνοδεύεται από το πικρό)

  2. δηλητήριο, πικρό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια