Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασπροπρόσωπος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ασπροπρόσωπος Προφορά: ασπροπρόσωπος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    ο ηθικά άμεμπτος

Παρατηρήσεις - Σχόλια