Προέλευση: περσική, από την περσική λέξη zehir
Συνήθως συνοδεύεται από το πικρό (σ.σ. φαρμάκι)
Ενικός: ζεΐριν / ζεΐρ' Πληθυντικός: ζεΐρα̤