Ερμηνεία: αυτός που έχει άσπρα γένια
Παράδειγμα: Ο πάππο μ’ ασπρογενειάτης κατακέφαλα θαμμένος.
Αρσενικό: Ενικός: ασπρογενειάτες Πληθυντικός: ασπρογενειάτοι / ασπρογενειάτ'
Ουδέτερο: Ενικό: ασπρογενειάτικον / ασπρογενειάτ'κον Πληθυντικός: ασπρογενειάτ'κα
Επίρρημα: ασπρογενειάτ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στο αρσενικό, λόγω σημασιολογίας.