Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασπασμός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ασπασμός Προφορά: ασπασμός
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χαιρετισμός με φίλημα, ασπασμός της Λαμπρής, του χωρισμού και του λειψάνου

    Παραδείγματα:
    1) Κόρ’ έλα ’φτάμε ασπασμόν και τσ’ αποχωρισίας.
    2) Εποίκεν ασπασμόν κι εδέβεν πλαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια