Προέλευση: από το ασφαλίζω
Παράδειγμα: Ας παντρεύω τον παιδάν ν’ ασπαλίζω ήσυχα τ’ ομμάτα̤ μ’.
Παθητική Φωνή: ασπαλείουμαι
Ενεστώτας: ασπαλίζω Παρατατικός: εσπάλιζα / ασπάλιζα Μέλλοντας: θα ασπαλίζω Αόριστος: εσπάλισα / εσπάλ'σα / εσπάλτσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.