Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασμάρτς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ασμά̤ρτς , 2. α̤σμά̤ρτς Προφορά: ασμεάρτς
  1. μελαχρινός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη εσμέρ

    Ομόρριζο:
    ασμα̤ρλα̤εύω = γίνομαι μελαχρινός

Παρατηρήσεις - Σχόλια