Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη εσμέρ
Ομόρριζο: ασμα̤ρλα̤εύω = γίνομαι μελαχρινός
Αρσενικό: Ενικός: ασμά̤ρης / ασμά̤ρ'ς / ασμά̤ρτς Πληθυντικός: ασμά̤ροι / ασμά̤ρ'
Θηλυκό: Ενικός: ασμά̤ραινα Πληθυντικός: ασμά̤ρ'
Ουδέτερο: Ενικός: ασμά̤ρικον / ασμά̤ρ'κον Πληθυντικός: ασμά̤ρ'κα
Επίρρημα: ασμά̤ρ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.