Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασλάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ασ̌λάν' Προφορά: ασλάν
  1. λιοντάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη aslan

Παρατηρήσεις - Σχόλια