Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ασλάντς (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ασλάντς , 2. ασλαν'ς Προφορά: ασλάντς
  1. λιοντάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη aslan

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) όνομα βοδιού (Λέων)
    2) όνομα σκύλου (Ιδίωμα: Σταυρί)
    3) Ασλάν' παρτσ̌ασί. (σαν λιοντάρι)
    4) Ασλάντς κι απονεφριγμένος. (φαίνεται σαν λιοντάρι δυνατός αλλά χωρίς νεφρά, στην πραγματικότητα αδύνατος)

  2. μεγάλος και γερός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια