Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασλαμά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ασ̌λαμά Προφορά: ασλαμά
  1. εμβολιασμένο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ήμερο οπωροφόρο

    Παραδείγματα:
    1) Σα τσαΐρα̤ απισκές ετέρ’νες παμπάλαια ασ̌λαμάδας.
    2) Ατό το χάταλον τεμόν ασ̌λαμάν έν’ θρέμμα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια