Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ασλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ασ̌λαεύω Προφορά: ασλαεύω
  1. ανακαινίζω, μπολιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη ασ̌λαμάκ

    Ιδίωμα:
    Αργυρούπολης

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ο Τσ̌ακλέας κοσάρας ποί ’κ’ εκάθιζεν, εσ̌λάεψεν την καραβάναν ατ’.
    2) Ασ̌λαεύω τη καπνού τα σειρά̤δας. (συμπληρώνω τα φυτά που δεν έπιασαν)

  2. συμπληρώνω το φθαρμένο τμήμα κάλτσας ή ενδύματος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια