Ερμηνεία: ο μη δυνάμενος να σηκωθεί
Προέλευση: από το στερητικό α και το σ'κώνω
Παράδειγμα: Σον άσ'κωτον ερούξεν.
Αρσενικό: Ενικός: άσκωτος Πληθυντικός: άσκωτοι
Θηλυκό: Ενικός: άσκωτος Πληθυντικός: άσκωτοι
Ουδέτερο: Ενικός: άσκωτον Πληθυντικός: άσκωτα
Επίρρημα: άσκωτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.