Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Εντώκεν ατο σην ασ̌κιαρά̤ν.
Ενικός: η ασκιαρά̤ Πληθυντικός: τα ασκιαρά̤δες / ασκιαρά̤δας
Σχόλιο: εύχρηστο κυρίως στον Ενικό, λόγω σημασιολογίας.