Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ασκεμόχτιστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ασ̌κεμόχτιστος Προφορά: ασκεμόχτιστος
  1. κακοφτιαγμένος, άσχημος αυτός που έχει άσχημα χαρακτηριστικά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας, Οινόης

    Παραδείγματα:
    1) Ο Γερβάσιον είχͮεν είναν αδελφήν ασ̌κεμόχτιστον.
    2) Ας τ’ ήτον ασ̌κεμόχτιστος, ήτονε κι ολόμαυρος.

  2. κακάσχημος αυτός που δεν έχει καλή εμφάνιση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια