Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζινίχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ζινίχͮ' , 2. ζινίσ̌ Προφορά: ζινίχ
  1. χάνδρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) το μέρος του τραχήλου των αροτριώντων ζώων, όπου τοποθετείται ο ζυγός
    2) ο σπόνδυλος του τραχήλου που συνδέει το κεφάλι με την σπονδυλική στήλη
    3) χάνδρα χρωματιστή που χρησιμοποιείται σαν προασκάνιον

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παραδείγματα:
    1) Άμον μωρόν κρεμάν' τα ζινίχͮα̤ σή γούλαν ατ'ς.
    2) Εντώκεν ατόν σο ζινίχͮ' και επέμ'νεν σον τόπο ατ'. (παρεγκεφαλίς, Ιδίωμα: Σαντάς)
    3) Τα δόντα̤ τ' άμον ζινίχͮα̤, μικρά και έμορφα. (σαν χάντρες, Ιδίωμα: Άδισσας)

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    η χρωματιστή χάντρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια