Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασήμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ασήμ' Προφορά: ασήμ
  1. αργυρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ασήμ’ ο γαμπρόν και μάλαμαν η νύφε.

  2. το μέταλλο άργυρος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια