Ερμηνείες:
1) ξύλο ή σίδερο που βάζουν στο ζυγό στο δεξιό και αριστερό άκρο
2) αλλάζω γνώμη, αθετώ συμφωνία (μεταφορικά)
Παράδειγμα:
Κλωθώ τα ζευλία (αλλάζω γνώμη, αθετώ συμφωνία, μεταφορικά)
Ερμηνεία:
το ένα από τα δύο κάθετα ξύλα στο ζυγό της βοϊδάμαξας
Παράδειγμα:
Μη κλώεις τα ζευλία. (μην αλλάζεις τα λόγια σου, μεταφορικά)
Ερμηνεία: η ζευγλή των βοδιών, το καμπυλωτό μέρος του ζυγού όπου μπαίνει ο λαιμός του ζώου
Προέλευση:
από το αρχαίο η ζεύγλη, παράγωγο του ρήματος ζευγνύω, ζεύγνυμι
<θαλερή δ' εμιαίνετο χαίτη ζεύγλης εξεριπούσα παρά ζυγόν αμφοτέρωθεν- κι η πλούσια χαίτη του λερόνοταν καθώς ξέφευγε από τα ζευλία κι από τις δύο μεριές του ζυγού- Ιλιάδος Ρ 440>
Πτώσεις:
ονομαστική το ζευλί(ο)ν
γενική τοι ζευλί'
αιτιατική το ζευλί'ν
Παράδειγμα:
« Πέρασον τα ζευλία σόν ζυγόν!»