Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζευλίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζευλίν Προφορά: ζευλίν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) ξύλο ή σίδερο που βάζουν στο ζυγό στο δεξιό και αριστερό άκρο
    2) αλλάζω γνώμη, αθετώ συμφωνία (μεταφορικά)

    Παράδειγμα:
    Κλωθώ τα ζευλία (αλλάζω γνώμη, αθετώ συμφωνία, μεταφορικά)

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    το ένα από τα δύο κάθετα ξύλα στο ζυγό της βοϊδάμαξας

    Παράδειγμα:
    Μη κλώεις τα ζευλία. (μην αλλάζεις τα λόγια σου, μεταφορικά)

  3. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία: η ζευγλή των βοδιών, το καμπυλωτό μέρος του ζυγού όπου μπαίνει ο λαιμός του ζώου

  4. το σίδερο του ζυγού των ζώων Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο η ζεύγλη, παράγωγο του ρήματος ζευγνύω, ζεύγνυμι
    <θαλερή δ' εμιαίνετο χαίτη ζεύγλης εξεριπούσα παρά ζυγόν αμφοτέρωθεν- κι η πλούσια χαίτη του λερόνοταν καθώς ξέφευγε από τα ζευλία κι από τις δύο μεριές του ζυγού- Ιλιάδος Ρ 440>

    Πτώσεις:
    ονομαστική το ζευλί(ο)ν
    γενική τοι ζευλί'
    αιτιατική το ζευλί'ν

    Παράδειγμα:
    « Πέρασον τα ζευλία σόν ζυγόν!»

Παρατηρήσεις - Σχόλια