Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κρός (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κρόσ̌' Προφορά: κρός
  1. γρόσι, χρήματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη γουρούσ̌

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Να δι’ς με πεντακόσ̌α̤ κρόσ̌α̤.

Παρατηρήσεις - Σχόλια