Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη saymak
Παράδειγμα: Πολλά ασάευτος είσαι.
Ομόρριζα - Παράγωγα: 1) ασαευτοσ̌ύνα̤ = απροσεξία 2) ασαευτωτός = λίγο απρόσεκτος
Αρσενικό: Ενικός: ασάευτος Πληθυντικός: ασάευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ασάευτος Πληθυντικός: ασάευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ασάευτον Πληθυντικός: ασάευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.