Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασάευτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ασάευτος Προφορά: ασάευτος
  1. απρόσεκτος που δεν λογαριάζει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη saymak

    Παράδειγμα:
    Πολλά ασάευτος είσαι.

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    1) ασαευτοσ̌ύνα̤ = απροσεξία
    2) ασαευτωτός = λίγο απρόσεκτος

  2. αυτός που δεν τον υπολογίζει κανείς Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια