Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία: 1) Έναν ζευγάρ' ορτάρα̤ έπλεξα σα τρί' ημέρας. (ζευγάρι) 2) Ζευγάρα̤ μαχͮαίρα̤ να εμπαίν'νε σ' εκείνες το καρδόπον. (διπλά ζευγάρια)
Ενικός: ζευγάρ' Πληθυντικός: ζευγάρα̤