Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζευγάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζευγάρ' Προφορά: ζευγάρ
  1. ζευγάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Έναν ζευγάρ' ορτάρα̤ έπλεξα σα τρί' ημέρας. (ζευγάρι)
    2) Ζευγάρα̤ μαχͮαίρα̤ να εμπαίν'νε σ' εκείνες το καρδόπον. (διπλά ζευγάρια)

Παρατηρήσεις - Σχόλια