Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γενέας (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γενέας Προφορά: γενέας
  1. είδη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εβγάλλει ας τον κόλφον ατ’ απ’ όλα̤ τα γενέας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια