Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη katirci
Παράδειγμα: Οι γατιρτσ̌ήδες τη Σαντάς άλογα είχαν.
Ενικός: γατιρτσ̌ής Πληθυντικός: γατιρτσ̌ήδες