Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό ὄνειρον
Παράδειγμα: Η κόρη είδε όνερο ετζ̌είτουν με τον ξένο. (Ιδίωμα: Όφεως)
Ενικός: όνερον Πληθυντικός: όνερα , ονέρατα / όνερ'τα