Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουρφεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουρφεύω Προφορά: κουρφεύω
  1. επαινώ λέω καλά λόγια για κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα κορυφεύω= επαινώ

    Παθητική φωνή:
    κουρφεύκουμαι = μιλώ με καλά λόγια για τον εαυτό μου, περιαυτολογώ

Παρατηρήσεις - Σχόλια