Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γανώλα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γανώλα̤ Προφορά: γανώλεα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    δώρα που έστελνε ο γαμπρός στη νύφη: νεγαμοψώμ’, σ̌ινία, καμαρωτέρ, ζουπούνα, λαχώρ’, γεμενία

    Προέλευση:
    από το ρήμα γανώνω από το αρχαίο γανῶ, γανοῦμαι = γεμίζω χαρά και αγαλλίαση

    Ιδίωμα:
    Τορούλ

Παρατηρήσεις - Σχόλια