Ερμηνεία: δώρα που έστελνε ο γαμπρός στη νύφη: νεγαμοψώμ’, σ̌ινία, καμαρωτέρ, ζουπούνα, λαχώρ’, γεμενία
Προέλευση: από το ρήμα γανώνω από το αρχαίο γανῶ, γανοῦμαι = γεμίζω χαρά και αγαλλίαση
Ιδίωμα: Τορούλ
Πληθυντικός: γανώλα̤
Σχόλιο: Εύχρηστο κυρίως στον Πληθυντικό, όπως δίνεται το λήμμα.