Ερμηνεία: κάλυμμα του κεφαλιού
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη καλπάκ
Παράδειγμα: Σ’ άψουμουν καικά είδεν έναν καλπάχ’ άμον τη γουρζουλά.
Ενικός: καλπάχιν / καλπάχ' Πληθυντικός: καλπάχια / καλπάχα / καλπάγα