Ερμηνεία: μάλλινη κάλτσα
Προέλευση: από το μεσαιωνικό αρτάριον από το αρχαίο ἀορτήρ = είδος υποδήματος
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Τ’ αρτάρα̤ οι Τούρκ' λέγ'ν ατα τσ̌οράπ'.
Ενικός: αρτάριν / αρτάρ' Πληθυντικός: αρτάρα̤