Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αρσίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αρσ̌ίν Προφορά: αρσίν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ρωσικό μέτρο 0,71 μέτρα

    Παράδειγμα:
    Τ’ αρσ̌ίν ασήν πήχην τρανόν έν’.

    Υποκοριστικό:
    αρσ̌ινόπον

Παρατηρήσεις - Σχόλια