αρνοστάλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αρνοστάλ'
Προφορά: αρνοστάλ
-
1) διαμέρισμα για τα αρνιά και τα κατσικάκια
2) τόπος που βγάζει παχιά αρνιά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
το μέρος στο μαντρί για τα αρνιά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης