Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρνομάνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αρνομάνα Προφορά: αρνομάνα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    μάνα αρνιού, γυναίκα που περιποιείται καλά τα παιδιά της

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το Μεισ̌ήτ' αρνομάνα τοι προαταδίων. (τόπος που βγάζει παχιά αρνιά)
    2) Τ’ αρνί μ’ εξέβεν σον παρχάρ’ εγέντον αρνομάνα. (που περιποιείται αρνιά)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

Παρατηρήσεις - Σχόλια