Ερμηνείες: 1) διαμέρισμα για τα αρνιά και τα κατσικάκια 2) τόπος που βγάζει παχιά αρνιά
Ενικός: αρνοτόπιν / αρνοτόπ' Πληθυντικός: αρνοτόπα̤