Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αρνίκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αρνίκ'
Προφορά: αρνίκ
το ανθοφόρο στέλεχος των φυτών
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
το στέλεχος του φυτού που βγάζει σπέρματα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: αρνίκιν / αρνίκ'
Πληθυντικός: αρνίκια / αρνίκα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια