Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Αρμέντζα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. Αρμέντζα , 2. Αρμέντσα Προφορά: αρμέντζα
  1. αρμένια, αρμενίδα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Άμον Αρμέντζα Παναΐα. (λέγεται για την πολύ όμορφη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια