Προέλευση: τουρκική
Πα΄ραδειγμα: Ετσ̌άιζα το και ερλανεύτεν.
Παράγωγο: αρλάεμαν
Επίθετο: αρλής, -ήσα, -ίν
Ενεστώτας: αρλανεύκουμαι Παρατατικός: ερλανεύκουμ΄νε Μέλλοντας: θα αρλανεύκουμαι Αόριστος: ερλανεύτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.