αρκόλωλον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αρκόλωλον
Προφορά: αρκόλωλον
-
φυτό με γυμνό στέλεχος χωρίς φύλλα που είχε στην κορυφή 4 ή 5 πέταλα με χρώμα βαθύ κόκκινο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
φυτό χωρίς μυρωδιά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης