Ερμηνεία: κόσκινο με το οποίο καθάριζαν το σιτάρι από το χώμα και τα επιδέξια χέρια χώριζαν και τα φάσ̌α̤.
Ιδίωμα: Τσίτης
Ενικός: αρκατωκόσ̌κινον Πληθυντικός: αρκατωκόσ̌κινα