Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αρκαντάσ (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αρκαντάσ̌' Προφορά: αρκαντάς
  1. σύντροφος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Έπαρ’ κι εμέν’ οντάν θερίεις κι ας είμαι τ’ αρκαντάσ̌ι σ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια