Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χεκιμέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χεκιμέτ' Προφορά: χεκιμέτ
  1. δικαστήριο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Υψηλάντη

    Παράδειγμα:
    Ας τ' επαίρ'νεν τη δουλείαν ατ' σο χεκιμέτ', επέγ'νεν εξυρίγουτον.

  2. διοικητήριο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη hucumet = πολιτική εξουσία, κυβέρνηση

Παρατηρήσεις - Σχόλια