Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χειμάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮειμάζω Προφορά: σειμάζω
  1. διαχειμάζω βραδύνω να γυρίσω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Ο σ̌κύλλον πά' εχͮείμασεν, άμα ντο έσυρεν εκείνος εξέρ'. (διαχειμάζω)
    2) Δέβα ψαλάφα το χαλκόν ας ση συννύφ'σα μ', άμα μη χͮειμάεις. (βραδύνω να γυρίσω)

  2. διαχειμάζω 1) περνώ κάπου τον χειμώνα 2) φροντίζω τα ζώα να διαχειμάσουν/ χειμωνιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα χειμάζω = διαχειμάζω

    Παθητική φωνή:
    χειμάουμαι = καταλαμβάνομαι από το χειμώνα/περνάω το χειμώνα

Παρατηρήσεις - Σχόλια