Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαχάμς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαχάμ'ς Προφορά: χαχάμς
  1. Εβραίος ιερωμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια