Προέλευση: από το στερητικό α και το ρα̤ντά̤ (ροκάνι - ροκανίδι)
Παράδειγμα: Τ’ έναν το σανίδ’ αρα̤ντα̤λά̤ευτον έν’.
Αρσενικός: Ενικός: αρα̤ντα̤λά̤ευτος Πληθυντικός: αρα̤ντα̤λά̤ευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αρα̤ντα̤λά̤ευτος, αρα̤ντα̤λά̤ευτέσα Πληθυντικός: αρα̤ντα̤λά̤ευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αρα̤ντα̤λά̤ευτον Πληθυντικός: αρα̤ντα̤λά̤ευτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.