χατιρτζέκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χατιρτζέκ'
Προφορά: χατιρτζέκ
-
σίδερο με σχήμα σταυρού που τοποθετούσαν επάνω στο χείλος του ταντούρ' και όπου αράδιαζαν τα πήλινα δοχεία της μαγειρικής
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)