Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χατιρέπαρμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χατιρέπαρμαν Προφορά: χατιρέπαρμαν
  1. επίσκεψη μετά την ταφή στο σπίτι του πεθαμένου για παρηγορία. Στη Σαντά, αν η οικογένεια ήταν φτωχή, οι επισκέπτες έφεραν και μερικά είδη πρώτης ανάγκης, σαπούνι, ρύζι, μαύρο τσ̌ίτι κλπ. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια