Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζεβζέκς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ζεβζέκ'ς Προφορά: ζεβζέκς
  1. κουφός, εύκαιρος, ανόητος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ντό ζεβζέκ'ς είσαι, ατό μη είπαν εσέ πε;

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνείες:
    1) ο πολυλογάς
    2) ο μωρός

Παρατηρήσεις - Σχόλια