Προέλευση: πιθανότατα από το παρακελευσματικό μόριο "χάιτε" = σήκω, πήγαινε μακριά
Ιδίωμα: Χαλδίας, Κοτυώρων
Παραδείγματα: 1) Τον Αρσούζ' εχάτευαν ασό χορόν. 2) Ατός ποι έρ'ται, άπιστος έν', χατέψτε ατόν. (διώξτε - προστακτική)
Ενεστώτας: χατεύω Παρατατικός: εχάτεψα Μέλλοντας: θα χατεύω Αόριστος: εχάτεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.