χασχασίτα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. χασχασίτα , 2. χασ̌χασ̌ίτα
Προφορά: χασχασίτα
-
1) χόρτο των αγρών από το οποίο έκαναν φαΐ χάψ̌α
2) παπαρούνα υπνωτική (Ιδίωμα: Σταυρί)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)