Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαρτσεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χαρτσεύω Προφορά: χαρτσεύω
  1. ξοδεύω, απομακρύνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Σην χαρά εχάρτσεψα πέντε λίρας. (ξοδεύω)
    2) Επειδή και είμαι αράπ'ς έστειλε με αδακές για να χαρτσεύ' με. (απομακρύνω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια