Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάρη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάρη Προφορά: χάρη
  1. χάρισμα (πνευματικό) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ούλια τα χάρα̤ εφόρτωσεν ατόν ο Θεός.
    2) Ατός πά είχͮεν άλλα χάρτα ασέκωτον. (είχε άλλα προτερήματα που να τον πάρει η ευχή)
    3) Βασίλισσα να είσ', αρνί μ', 'κί θα έ'εις ατόσον χάρην.
    4) Χάρην τ' ατουνού. (προς όφελος, προς ευχαρίστηση)

    Πληθυντικός:
    τα χάρα̤
    τα χάρτα (βλ. λ. ασέκωτος)

  2. εύνοια, βραβείο 1) προσόν σωματικό ή ηθικό 2) δώρο που προσφέρεται στους νεόνυμφους και ιδίως στη νύφη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό χάρις = κάλλος σωματικό, ευγνωμοσύνη, ευγενική συμπεριφορά

Παρατηρήσεις - Σχόλια