Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαράτς (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαράτσ' Προφορά: χαράτς
  1. λυωμένο βούτυρο (και εν ελλείψει λάδι) συνήθως με ιδιαίτερο μυρωδικό (δυόσμος, ρίγανη...) που έριχναν στο φαγί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια