Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαράρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαρά̤ρ Προφορά: χαρεάρ
  1. μεγάλος σάκος συνήθως από ύφασμα γιδήσιας τρίχας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Το ζουούδ' με τα χαρά̤ρα̤ εκουβάλ'ναν.

  2. μεγάλος σάκκος συνήθως από ύφασμα γιδήσιας τρίχας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη harar

Παρατηρήσεις - Σχόλια